Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

 

Α. Εισαγωγικά

Η Μικρά Ασία, από την εποχή που αποικίστηκε από τα ελληνικά φύλα μέχρι τη βίαιη διακοπή της εκεί ελληνικής παρουσίας το 1922, αποτέλεσε για τον ελληνισμό έναν προνομιακό χώρο στον οποίο αναπτύχθηκε και άνθισε ο πολιτισμός, οι τέχνες και τα γράμματα. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειώσει κανείς πως στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν οι περισσότερες επιστήμες, όπως η φιλοσοφία. Η Μ. Ασία δε υπήρξε το θέατρο των αγώνων των Ελλήνων υπό τον Μ. Αλέξανδρο και το τεράστιο εκπολιτιστικό του έργο στην Ανατολή, όπως και ο μεγάλος πνεύμονας του βυζαντινού ελληνισμού. Η ελληνική παρουσία συνεχίστηκε και κατά τους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης, μέχρι το 1922 όπου το ελληνικό στοιχείο (μαζί με το αρμενικό) υπέστη μια φρικτή γενοκτονία. Όσοι επέζησαν, ξεκίνησαν στην Ελλάδα μια νέα εποποιία· την αποκατάσταση και την ενσωμάτωσή τους στη μικρή και φτωχή μητρόπολη των Ελλήνων…

Β. Αρχαιότητα

Το τέλος της μυκηναϊκής εποχής συμπίπτει με την έναρξη μεγάλων μετακινήσεων ελληνικών φύλων αφενός μεν από τον ορεινό ελλαδικό χώρο στα πεδινά, αφετέρου δε από τον ελλαδικό κορμό προς το Αιγαίο (νησιά και παράλια Μικράς Ασίας). Το ίδιο διάστημα μπορούμε να διακρίνουμε ευχερέστερα την αποκρυστάλλωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης των φύλων που κατοικούν στη νότια βαλκανική χερσόνησο. Οι ευρύτερες αυτές μετακινήσεις θα οδηγήσουν σε υποχρεωτικές μετεγκαταστάσεις τους πληθυσμούς που κατοικούσαν πριν εκεί προς τα νησιά του Αιγαίου και τη Μ. Ασία. Η γη της Ιωνίας θα αποδειχθεί φιλόξενη τόσο για τους φυγάδες πληθυσμούς όσο και για όσους γηγενείς (Αθηναίοι κ.ά.) θα επιλέξουν τη μετοίκησή τους στην Ανατολή. Αυτή η διαδικασία θα διαρκέσει από το 1130 περίπου έως τα τέλη του 9ου αιώνα.

     Μέσα απ’ αυτή τη μακρά διαδικασία, θα δούμε να εγκαθίστανται από τον ελλαδικό χώρο στη Μ. Ασία τρεις διακριτές φυλετικές ομάδες με ιδιαίτερα εθνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά· οι Αιολείς, οι Ίωνες και οι Δωριείς. Τους πρώτους τους βρίσκουμε στα βόρεια παράλια της Μ. Ασίας και συγκεκριμένα στα νησιά της Λέσβου, της Τενέδου, των Μοσχονησίων και τις απέναντι ακτές από τον κόλπο της Ελαίας έως τον κόλπο της Σμύρνης. Οι Ίωνες θα διαπεραιωθούν νοτιότερα, στα νησιά της Χίου και της Σάμου, και στην κεντρικήπαράλια Μ. Ασία (Φώκαια, Κλαζομενές, Κολοφώνα, Έφεσος, Μίλητος και άλλες πόλεις, οι οποίες αποτέλεσαν το λεγόμενο «Πανιώνιον»). Τα δύο αυτά φύλα θα βρεθούν στη Μικρασίαμέχρι το 950 π.Χ. Οι Δωριείς θα ακολουθήσουν από το 950 π.Χ. και μετά (ως το 800 π.Χ.) ως άποικοι στο νησί της Κω και στη Ρόδο, καθώς και σε περιοχές της Μ. Ασίας που βρίσκονταν απέναντι. Οι λαοί που κατοικούσαν πριν εκεί, δεν προέβαλαν σοβαρή αντίσταση στους νεοαφιχθέντες, με αποτέλεσμα οι δεύτεροι να εδραιωθούν στις περιοχές της αρχικής τους εγκατάστασης και σταδιακά να εξαπλωθούν και στις γειτονικές περιοχές.

     Παρά τις επιμέρους διαφορές που δεν έπαυαν να υφίστανται, μεταξύ των τριών αυτών φύλων υπήρχε ανεπτυγμένη η συνείδηση ότι ανήκαν σε μια ευρύτερη κοινότητα με κοινά χαρακτηριστικά (γλώσσα, θρησκεία, ήθη και έθιμα κ.ά.), ένα έθνος, το έθνος των Ελλήνων.

     Σε αυτό το αίσθημα του συν-ανήκειν, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και την πρώτη μεγάλη κοινή εκστρατεία των Ελλήνων, τον τρωικό πόλεμο, που διεξήχθη στα χώματα της Μ. Ασίας. Η Ιλιάδα μας προσφέρει μια ρομαντική εκδοχή των λόγων που οδήγησαν τους συνασπισμένους Έλληνες κατά των Τρώων (η αρπαγή της «ωραίας» Ελένης από τον Πάρι), ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται πως ήταν διαφορετική· η Τροία ήταν χτισμένη σε ένα καίριο γεωγραφικά σημείο, το οποίο ήλεγχε απόλυτα τους θαλάσσιους δρόμους προς τον Εύξεινο Πόντο και τη βόρεια Μ. Ασία («Πόντος»). Έτσι οι Έλληνες πολεμώντας τους Τρώες, πολεμούσαν για να ανοίξουν τους εμπορικούς δρόμους προς τις περιοχές που όπως είπαμε βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των δεύτερων, πράγμα που πέτυχαν από το 700 π.Χ. και μετά, ιδρύοντας σημαντικές πόλεις στον Εύξεινο Πόντο (Σινώπη, Αμισός, Τραπεζούντα,Οδησσός κ.ά.).

     Οι επόμενοι αιώνες θα αποτελέσουν για τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και ευρύτερα τον ελληνισμό, μια μακρά περίοδο ευημερίας, με το ελληνικό εμπόριο να φτάνει σε κάθε γωνιά της Μεσογείου και τον πολιτισμό και τις επιστήμες να καλλιεργούνται με εντυπωσιακό ρυθμό. Ονόματα όπως αυτά του Θαλή, του Αναξιμένη, του Αναξίμανδρου, του Πυθαγόρα, του Ηράκλειτου, του Εμπεδοκλή, του Αναξαγόρα, του Ηροδότου, είναι μερικά μόνο από όσα λάμπρυναν τη γη της Ιωνίας με τα έργα και τη διδασκαλία τους. 

     Αυτή η περίοδος ευημερίας θα διακοπεί ξαφνικά λίγο μετά το 560 π.Χ. Τότε θα κάνει την εμφάνισή του στην Ανατολή ένα πολύ ισχυρό κράτος, το περσικό, με διάθεση να υποτάξει τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μ. Ασίας. Μόλις οι ελληνικές πόλεις της περιοχής αντιλήφθηκαν τη βουλιμία των γειτόνων τους, απευθύνθηκαν στην ισχυρότερη στρατιωτικά ελληνική μητρόπολη, τη Σπάρτη, ζητώντας τη βοήθειά της. Η Σπάρτη δεν αδιαφόρησε για τους συν-Έλληνες της Ανατολής, προειδοποιώντας τους Πέρσες πως οποιαδήποτε εχθρική ενέργειά τους εναντίον των ελληνικών πόλεων της Μικρασίας θα τους εύρισκε στο πλευρό τους. Το γεγονός αυτό δείχνει από μόνο του τους ισχυρούς δεσμούς που είχαν σφυρηλατηθεί μεταξύ μητροπόλεων και αποικιών.

     Το 560 π.Χ. οι Έλληνες των μικρασιατικών παραλίων θα καταστούν υποτελείς του βασιλιά των Λυδών, Κροίσου, και σύντομα θα περιέλθουν, μαζί με το βασίλειο των Λυδών, στα χέρια του βασιλιά των Περσών, Κύρου.

     Θα ακολουθήσουν τα «Μηδικά», ο επικός δηλαδή αγώνας των ενωμένων Ελλήνων κατά της περσικής επιθετικότητας, τα οποία διαιρούνται σε τρεις περιόδους: την εκστρατεία του Μαρδόνιου στη Θράκη και τη Μακεδονία (492 π.Χ.), την εκστρατεία του Δάτι και του Αρταφέρνη στο Αιγαίο και την Αττική (490 π.Χ.) και την εκστρατεία του Ξέρξη στην κεντρική Ελλάδα (480-479 π.Χ.). Αυτούς τους αγώνες ο μικρασιατικός ελληνισμός θα τους παρακολουθήσει υπόδουλος στον ασιατικό δεσποτισμό, αφού όμως νωρίτερα είχε πολεμήσει για τη δική του ελευθερία (βλ. Ιωνική επανάσταση, 499-494).

     Ο αγώνας εναντίον των Περσών ωστόσο δεν διακόπηκε ύστερα από τη συντριβή των περσικών δυνάμεων στην Ελλάδα· συνεχίστηκε με επικεφαλής αυτή τη φορά την Αθήνα (έπειτα από την εθελούσια παραίτηση της Σπάρτης από τα ηνία του ελληνισμού), η οποία ανέλαβε για λογαριασμό όλων των Ελλήνων την εκστρατεία για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Η αρχή είχε γίνει αμέσως μετά την επιτυχημένη ναυμαχία της Μυκάλης, όταν οι μικρασιατικές ελληνικές πόλεις εξεγέρθηκαν και εκδίωξαν τις περσικές φρουρές. Χρειαζόταν όμως η βοήθεια από την Ελλάδα για την αντιμετώπιση των εχθρικών δυνάμεων που καραδοκούσαν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας.

     Εν τέλει ελληνικός στόλος, αποτελούμενος απόπενήντα περίπου πλοία με επικεφαλής τον Παυσανία (478-475 π.Χ.), απελευθέρωσε την Κύπρο και το Βυζάντιο, ενώ στη συνέχεια, με την ίδρυση της Αθηναϊκής συμμαχίας (478/7 π.Χ.), ξεκίνησε μια πιο συστηματική προσπάθεια εκκαθάρισης των μικρασιατικών ακτών από τους Πέρσες.Με τη μάχη στον Ευρυμέδοντα ποταμό το 467 π.Χ.,η Αθήνακατόρθωσε να επιβληθεί στη Μ. Ασία και να εμπεδώσει την ελευθερία των εκεί ελληνικών πόλεων. Η επικράτηση αυτή επισφραγίστηκε με την ειρήνη του Καλλία το 449 π.Χ., σύμφωνα με την οποία οι ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας αποκτούσαν επίσημα την αυτονομίας τους και οι Πέρσες περιορίζονταν στο εσωτερικό.

     Οι σημαντικές αυτές επιτυχίες οδήγησαν την Αθήνα στο να αναδειχθεί σε ηγεμονική πόλη-κράτος για τον ελληνισμό. Στη συμμαχία της εντάχθηκαν όλες οι ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας. Σταδιακά όμως η συμμαχία εξελίχθηκε σε ηγεμονία και η Αθήνα απαιτούσε την υποταγή τους. Συνέπεια όλων αυτών ήταν η αποστασία ορισμένων πόλεων από την Αθηναϊκή συμμαχία και η προσπάθεια από πλευράς Αθήνας να επιβληθεί δια της βίας και στη συνέχεια ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) στον οποίο αναπόφευκτα έλαβαν μέρος και οι πόλεις της Μ. Ασίας. Η λήξη του πολέμου αυτού βρήκε την Αθήνα πλήρως αποδυναμωμένη και τη Σπάρτη να αδυνατεί να αξιοποιήσει την τελική επικράτησή της (404-379 π.Χ.).

Εν τω μεταξύ, οι Έλληνες των μικρασιατικών παραλίων εγκαταλείφθηκαν από τους Σπαρτιάτες στις ορέξεις των Περσών (το 413/412 π.Χ. οι Σπαρτιάτες αναγνώρισαν τους Πέρσες ως επικυρίαρχους των πόλεων της Μ. Ασίας, σε αντάλλαγμα της οικονομικής ενίσχυσης που έλαβαν απ’ αυτούς για να αντιμετωπίσουν τους Αθηναίους). Οι Έλληνες της Μ. Ασίας, αντιδρώντας, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει μεταξύ των διεκδικητών του περσικού θρόνου (Αρταξέρξης-Κύρος) και συμμάχησαν με τον δεύτερο. Αυτός, με τη βοήθειά τους και με Έλληνες μισθοφόρους που είχε μαζί του, αντιμετώπισε αποτυχημένα τον αδελφό του σε μια επική μάχη στα Κούναξα, στα βάθη της Μ. Ασίας (βλ. «Κύρου Ανάβασις» και «Κάθοδος των Μυρίων», 401-400 π.Χ.). Ακολούθησαν εκστρατείες των Σπαρτιατών στη Μ. Ασία έπειτα από εκκλήσεις των εκεί Ελλήνων (399-394 π.Χ. αλλά και αργότερα) οι οποίες κορυφώθηκαν με την επιτυχημένη εκστρατεία του Αγησιλάου (396-394 π.Χ.) ως τη στιγμή της ανάκλησής του.

     Τελικά, το 386 π.Χ. συνομολογήθηκε η «βασίλειος» ή «Ανταλκίδειος» ειρήνη, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κύπρου περνούσαν στην επικυριαρχία του Μ. Βασιλέα και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις αυτονομούνταν. Συνέπεια αυτής της συνθήκης ειρήνης ήταν η υποταγή των ελληνικών πόλεων των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας και η υποχρέωσή τους να καταβάλλουν φόρο στο περσικό κράτος και στρατό όποτε αυτό τους ζητείτο.

     Η εποχή που ακολούθησε για την Ελλάδα ήταν εποχή πολιτικών αναταράξεων, με την αθηναϊκή και τη σπαρτιατική δύναμη να υποχωρούν μπροστά στην ανερχόμενη δύναμη της Θήβας, η οποία με τη σειρά της έσβησε σύντομα. Ακολούθησε η ενίσχυση των Μακεδόνων, μιας νέας ελληνικής δύναμης από τον βορρά, αρχικά με επικεφαλής τον Φίλιππο Β’  και στη συνέχεια τον γιο του Αλέξανδρο Γ’ (Μέγα Αλέξανδρο). Ο Αλέξανδρος, ακολουθώντας τη θέληση του πατέρα του Φιλίππου, ξεκίνησε το 335 π.Χ. την προετοιμασία για μια πανελλήνιου χαρακτήρα εκστρατεία κατά των Περσών με αρχικό σκοπό φυσικά την απελευθέρωση των Ελλήνων της Μ. Ασίας.

     Η εκστρατεία αυτή ξεκίνησε το 334 π.Χ. και έπειτα από σκληρές μάχες στον Γρανικό ποταμό (Μάιος/Ιούνιος 334 π.Χ.) καιστην Ισσό (Νοέμβριος 333 π.Χ.), ολοκληρώθηκε η απελευθέρωση ολόκληρης της Μ. Ασίας. Ο Αλέξανδρος όμως δεν σταμάτησε εκεί· ολοκλήρωσε την εκστρατεία του με την κατάλυση του περσικού κράτους (331-327 π.Χ.), φτάνοντας μέχρι την ινδική (327-325 π.Χ.). Αν ο θάνατος δεν τον έβρισκε το καλοκαίρι του 323 π.Χ., είναι σχεδόν βέβαιο πως θα συνέχιζε τις κατακτήσεις, αυτή τη φορά στη Δύση.

     Το τεράστιο κράτος που δημιούργησε ο Μ. Αλέξανδρος στην Ανατολή, χωρίστηκε σε μικρότερα, με τη Μ. Ασία μαζί με τη Συρία, τη Φοινίκη και την Κύπρονα υπάγεται στο κράτος του Αντίγονου. Η εποχή αυτή ονομάστηκε «Ελληνιστική» (323-280 π.Χ.) και ανέδειξε τον ελληνισμό και τον πολιτισμό που αυτός δημιούργησε σε παγκόσμια δύναμη.

Σταδιακά όμως και αυτά τα κράτη παρήκμασαν και υποτάχθηκαν ή παραδόθηκανστη νέα δύναμη που αναδείχθηκε από τη Δύση, τη Ρώμη. Το 199 π.Χ. οι ρωμαϊκές λεγεώνες πέρασαν τα σύνορα της Μακεδονίας, κατέλυσαν την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και πολύ σύντομα οι ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας υποτάχθηκαν στην ανωτερότητα των Ρωμαίων.

      Στα ρωμαϊκά χρόνια η Μικρά Ασία κατέστη μια δυναμική ρωμαϊκή επαρχία (από το 129 π.Χ.), με την περιοχή να εμπλέκεται έμμεσα στους συχνούς εμφυλίους πολέμους και να υποχρεώνεται να καταβάλει δυσανάλογο οικονομικό βάρος και ανθρώπινο δυναμικό.

Ο 1ος αιώνας μ.Χ. θα σημαδευτεί από την εμφάνιση μιας νέας θρησκευτικής πίστης, τουχριστιανισμού. Ο χριστιανισμός εμφανίστηκε αρχικά ως ιουδαϊκή αίρεση, καθώς οι πρώτοι οπαδοί του ήταν Ιουδαίοι και διέδιδαν τη νέα πίστη μόνο μέσω των συναγωγών. Όταν τέθηκε το ζήτημα για το εάν θα έπρεπε ή όχι να συμπεριληφθούν στους πιστούς και οι εκτός ιουδαϊσμού, οι «εθνικοί», υπερίσχυσε η άποψη περί αποδοχής τους στους κόλπους της νέας θρησκευτικής πίστης, με αποτέλεσμα τη ραγδαία εξάπλωση του χριστιανισμού σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Οι χριστιανοί δεν ήταν απλώς μια καινούργιαθρησκεία που εμφανίστηκεμέσα από τις πολλές που ούτως ή άλλως υπήρχαν· ήταν κάτι νέο, κάτι ανατρεπτικό, που προοριζόταν να κλονίσει τα θεμέλια του ρωμαϊκού κράτους. Οι χριστιανοί αρνούνταν να αναγνωρίσουν τη θεότητα του αυτοκράτορά τους και να θυσιάσουν στα αγάλματα που είχαν στηθεί για λογαριασμό του, ενώ οι απόψεις τους σχετικά με τη θέση των γυναικών και των δούλων, θεωρούνταν στην κυριολεξία ανατρεπτικές της καθεστηκυίας τάξης της εποχής τους. Μόλις οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες αντιλήφθηκαν το μέγεθος του προβλήματος, ήταν πλέον αργά·οι χριστιανοί είχαν πολλαπλασιαστεί τόσο, ώστε,παρά τους απηνείς διωγμούς εναντίον τους, να αυξάνονται αντί να μειώνονται.

     Ο μικρασιατικός ελληνισμός υπήρξε από τους πρώτους που δέχθηκε τη νέα θρησκευτική πίστη και δημιούργησε αρκετές από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην εισαγωγή της Αποκάλυψης, του τελευταίου βιβλίου της Αγίας Γραφής, απευθύνεται με επιστολές στις Επτά Εκκλησίες της Ανατολής (Σάρδεις, Θυάτειρα, Σμύρνη, Έφεσος, Πέργαμος, Φιλαδέλφεια και Λαοδίκεια), ενώ ο απόστολος Παύλος στις έξι από τις δεκατέσσερις επιστολές του, απευθύνεται σε μικρασιατικές πόλεις ή πρόσωπα που κατοικούσαν σε αυτές (Προς Εφεσίους, Προς Γαλάτες, Προς Κολασσαείς, Προς Τιμόθεο Α’ και Β’ και Προς Φιλήμονα).

Γ. Βυζαντινή εποχή

Από τα τέλη του 2ου αιώνα η ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρέθηκε σε περιδίνηση και η περίφημη PaxRomanaδιασαλεύτηκε· μια σειρά από εμφυλίους πολέμους κλόνισαν τη συνοχή της αυτοκρατορίας μέχρι τη στιγμή που στις αρχές του 4ου αιώνα ο Μ. Κωνσταντίνος κατέλαβε την εξουσία και κατέστη ο τελευταίος ηγέτης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα ο πρώτος του κράτους που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμεΒυζάντιο. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που ανήλθε στην εξουσία, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του αχανούς κράτουςτου στην Ανατολή.

Οι λόγοι αυτής της μεγάλης αλλαγής, ήταν θρησκευτικοί και στρατιωτικοί· θρησκευτικοί, αφού μετά την αναγνώριση του χριστιανισμού δεν μπορούσε να παραμείνει σε μια πρωτεύουσα που κυριαρχούσε η εθνική θρησκεία· πολιτικοί, καθώς η Ανατολή κινδύνευε περισσότερο από τις εχθρικές επιδρομές που επιθυμούσε να σταματήσει. Ταυτόχρονα όμως, η επιλογή της νέας πρωτεύουσας αποτελούσε και αναγνώριση από πλευράς Κωνσταντίνου της σημασίας που είχε για το κράτος η Ανατολή και ιδιαίτερα η Μ. Ασία.

Έκτοτε η Μ. Ασία θα αποτελέσει για δέκα και πλέον αιώνες τον ένα από τους δύο μεγάλους πνεύμονες του βυζαντινού κράτους. Σπουδαίοι βυζαντινοί βασιλείς θα προέλθουν από τα σπλάχνα της μικρασιατικής γης (Ζήνων, Μαυρίκιος, Ηράκλειος, Λεόντιος, η δυναστεία των Ισαύρων, Μιχαήλ Β’, Ρωμανός Α’, Νικηφόρος Β’ Φωκάς, Ιωάννης Α’ Τζιμισκής, Μιχαήλ Δ’, Μιχαήλ Ε’, Ανδρόνικος Β’), ενώ επίσης σπουδαίοι εκκλησιαστικοί άνδρες έλκουν την καταγωγή τους από τον ίδιο τόπο (οι σημαντικότεροι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Γρηγόριος Θεολόγος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος κ.ά.). Στη μικρασιατική γη ακόμη αγίασαν εκατοντάδες χριστιανοί (Αντίπας, Βαρβάρα, Βλάσιος, Γεώργιος, Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, Ελένη, Ευγένιος, Θεοδώρα, Κυριακή, Λυδία, Μαρίνα, Νικόλαος, Παντελεήμων, Πολύκαρπος, Προκόπιος, Σάββας, Τιμόθεος, Χαράλαμπος κ.ά.), ενώ εκείσυνεκλήθησαν τέσσερις από τις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας· η Α’ και η Ζ’ στη Νίκαια (325 και 787 αντίστοιχα), η Γ’ στην Έφεσο (431) και η Δ’ στη Χαλκηδόνα (451).

     Η Μικρά Ασία θα αποτελέσει το θέατρο μεγάλων μαχών και σπουδαίων αγώνων για την επικράτηση του βυζαντινού κράτους έναντι των επικίνδυνων γειτόνων του.

Οι πρώτοι αντίπαλοι που αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς από τους Βυζαντινούς στη Μ. Ασία, ήταν οι Πέρσες· την απώθησή τους ανέλαβε ο «πρώτος χριστιανός σταυροφόρος», οΗράκλειος (610-641), μέσα από έναν τιτάνιο αγώνα που λίγο έλειψε να του κοστίσει την ίδια του την πρωτεύουσα. Είχε προηγηθεί η επιδρομή των Περσών στα μικρασιατικά εδάφη και η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Γη. Ο Ηράκλειος, αντιμετώπισε τους Πέρσες στη γη της Μ. Ασίας και στη συνέχεια εισέβαλε στην Περσία, αγνοώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε η πρωτεύουσά του να αλωθεί από τους Αβαροσλάβους (βλ. Ακάθιστος Ύμνος).

Ο δεύτερος κατά σειρά λαός που εποφθαλμιούσε τα μικρασιατικά εδάφη και ανάγκασε τους Βυζαντινοί να προβούν σε μακρούς και διαρκείς αγώνες,ήταν οι μουσουλμάνοι Άραβες· Οι Άραβες εμφανίστηκαν αμέσως μετά τους Πέρσες, και με τον φανατισμό του νεοπροσηλύτου επιτέθηκαν στο Βυζάντιο με ορμή, θέτοντας τα μικρασιατικά εδάφη σε κίνδυνο. Χρειάστηκαν μακροχρόνιοι πόλεμοι (βλ. Νικηφόρος Β’ Φωκάς κ.ά. βυζαντινοί βασιλείς) και δύο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 και 717-718)για να αναχαιτιστεί η ορμή τους και να υποχωρήσουνστις βάσεις τους, έχοντας όμως καταλάβει σημαντικά βυζαντινά εδάφη στην Ανατολή (Αίγυπτος, Συρία, Άγιοι Τόποι κ.ο.κ.).

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι είναι οι επόμενοι επικίνδυνοι εχθροί για τη Μ. Ασία. Προερχόμενοι από τις στέπες της κεντρικής Ασίας, κατέλαβαν σταδιακά μεγάλες εκτάσεις και ύστερα από τη μάχη στο Μαντζικέρτ το 1071 εδραίωσαν την εξουσία τους στις ανατολικές επαρχίες του βυζαντινού κράτους, αφήνοντας για τους Βυζαντινούς τις παραλιακές περιοχές.

Μετά το Ματζικέρτ, Τουρκομάνοι (ληστρικές νομαδικές φυλές Σελτζούκων Τούρκων)άρχισαν να περνούν εντονότερα στη Μ. Ασία, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του βυζαντινού κράτους να αντιδράσει.Παράλληλα, οιΣελτζούκοι ηγεμόνεςτης περιοχής απέκτησαν τον έλεγχο μεγάλου μέρους της Μ. Ασίας· ο Σουλεϊμάν για παράδειγμα, που κατέκτησε την Αντιόχεια το 1085, κυριαρχούσε ουσιαστικά σε μια μεγάλη έκταση που ξεκινούσε από τον Βόσπορο και έφτανε ως τη Συρία. Γενικά, η Μ. Ασία ήταν διαιρεμένη διοικητικά και πολιτικά σε διάφορα τουρκικά κράτη, με επικεφαλής οι οποίοι δρούσαν αυτόνομα ή ημιαυτόνομα.

     Παρ’ όλ’ αυτά οι Βυζαντινοί δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειες για ανακατάληψη των εδαφών που είχαν απωλέσει στην Ανατολή. Στα χρόνια του Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081-1118), ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανακατάληψης της Μ. Ασίας. Αν και το βυζαντινό κράτος ήταν πια αδύναμο να ενεργήσει αφ’ εαυτού για να επιτύχει έναν τόσο μεγαλεπήβολο σκοπό, ο Αλέξιος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του προσέφερε η συγκυρία της εποχής· ο κατακερματισμός της δύναμης των Σελτζούκων Τούρκων στα μικρασιατικά εδάφη αποτελούσε χρυσή ευκαιρία που ο Αλέξιος όφειλε να εκμεταλλευτεί. Η ευκαιρία του δόθηκε με την έναρξη της Α’ Σταυροφορίας και το πέρασμα των σταυροφόρων από την περιοχή μετά το 1097.

Ο Αλέξιος αξιοποίησε με έξυπνο τρόπο την ισχύ που του προσέφεραν οι σταυροφόροι και με αντάλλαγμα διευκολύνσεις στην εκστρατεία τους, άρχισε να ανακτά τη μία μετά την άλλη πόλεις και περιοχές της μικρασιατικής γης. Η Νίκαια, το Ικόνιο, η περιοχή της Καισάρειας, η Σμύρνη, η Έφεσος, η Φιλαδέλφεια και η Λαοδίκειαείναι μερικές μόνο από τις πόλεις και τις περιοχές που ανακτήθηκαν από τα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Απέμενε έτσι στις αρχές του 12ου αιώνα για τους Σελτζούκους το μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής Μικράς Ασίας και για τους Βυζαντινούς η παράλια ζώνη και κυρίως η δυτική Μ. Ασία. Ωστόσο, αυτές οι διαρκείς πολιτικές ανακατατάξεις, είχαν πλέον κλονίσει τη σταθερότητα της βυζαντινής εξουσίας και είχαν επιταχύνει τη διαδικασία εξισλαμισμού και εκτουρκισμού των πληθυσμών της Μ. Ασίας.

     Εκτός από τον Αλέξιο, ανάλογες προσπάθειες ανάκτησης των χαμένων εδαφών στα ανατολικά σύνορα του βυζαντινού κράτους έκανε και ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός (1118-1143). Κυρίως επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στην περιοχή της Κιλικίας και την περίοδο από το 1130 ως το 1135 πραγματοποίησε μια σειρά επιτυχημένων εκστρατειών. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο γιος και διάδοχός του Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143-1180), αλλά χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Η ισορροπία δυνάμεων φαίνεται πως είχε πλέον ανατραπεί στην περιοχή. Η μάχη του Μυριοκεφάλου το 1176 και η δεινή ήττα που υπέστησαν οι Βυζαντινοί,σφράγισε αυτή τη δυσμενή για τον ελληνισμό πορεία. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μ. Ασίας αντιλήφθηκαν πλέον ότι ήταν αδύνατη η αναστροφή του κλίματος και πολλοί υποτάχθηκαν στη μοίρα τους. Άλλοι, που κατοικούσαν στη δυτική μικρασιατική ακτή, αναγκάστηκαν να περάσουν στα νησιά του Αιγαίου και στην Κωνσταντινούπολη προβλέποντας ένα ζοφερό μέλλον για όσους έμεναν.

     Το 1204, όταν οι δυτικοί σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, οποιαδήποτε σκέψη για άμυνα στη Μ. Ασία διαλύθηκε. Η κεντρική εξουσία έπαψε να λειτουργεί, και νέα, καθαρά ελληνικά κράτη, ξεπήδησαν από τα ράκη του παλιού Βυζαντίου· η αυτοκρατορία της Νίκαιας και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ειδικά το πρώτο κράτος, λόγω της εγγύτητάς του με την Κωνσταντινούπολη, αποτέλεσε πόλο έλξης για τη βυζαντινή αριστοκρατία και τον ανώτερο κλήρο, καθώς και τον ισχυρότερο αντίπαλο για τους Δυτικούς που είχαν καταλάβει τη βυζαντινή πρωτεύουσα. Μέσα από σημαντικούς αγώνες, οι Έλληνες βασιλείς της Νίκαιας, κατόρθωσαν να ανασυστήσουν τη βυζαντινή αυτοκρατορία «εν εξορία» και σταδιακά νααποκαταστήσουν εν μέρει την ελληνική κυριαρχία σε ένα σημαντικό τμήμα της Μ. Ασίας. Έτσι πέτυχαν να ανακόψουν –έστω και προσωρινά– την πορεία εκτουρκισμού και εξισλαμισμού του συνόλου της μικρασιατικής γης.

     Το κράτος αυτό της Νίκαιας αποτέλεσε τη «μαγιά» για την ανασύσταση του βυζαντινού κράτους μετά το 1261 και την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Παρά την προσπάθεια όμως που καταβλήθηκε, ένας νέος εχθρός έκανε την εμφάνισή του από την Ανατολή· οι Οθωμανοί Τούρκοι. Με φανατισμό και μεθοδικότητα, πρώτα κατέλαβαν σταδιακά ολόκληρη τη Μ. Ασία και στη συνέχεια διαπεραιώθηκαν στην Ευρώπη, κατακτώντας τη μια περιοχή μετά την άλλη.

Έτσι, το 1453 δεν είχε ουσιαστικά απομείνει σχεδόν τίποτα περισσότερο για το βυζαντινό κράτος από την πρωτεύουσά του με τα περίχωρά της. Στις 29 Μαΐου του ίδιου έτους, ο Οθωμανός σουλτάνος Μεχμέτ Β’, παρά την ηρωική αντίσταση και θυσία του τελευταίου βυζαντινούαυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου, εισήλθε στην κατεστραμμένη πόλη, καθιστώντας την τη νέα του πρωτεύουσα.

Δ. Οθωμανική εποχή

Παρότι η ουσιαστική κατάκτηση της Μ. Ασίας είχε προηγηθεί της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, το 1453 θεωρείται έτος-σταθμός στην οθωμανοκρατίατης περιοχής.

     Από πολύ νωρίτερα (13ος αι.) ξεκίνησαν οι έντονες πιέσεις προς τους ελληνικούς χριστιανικούς πληθυσμούς της Μ. Ασίας από τους πολυπληθέστερους μουσουλμανικούς. Οι χριστιανοί υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των ζιμμήδων, των μη μουσουλμάνων δηλαδή. Έτσι υποχρεούνταν να πληρώνουν βαρύτατη φορολογία, όπως τον επαχθή κεφαλικό φόρο, σε αντίθεση με όσους επέλεγαν να αλλαξοπιστήσουν. Επιπλέον, οι χριστιανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αμείλικτο, θρησκευτικού χαρακτήρα ερώτημα: Αν η χριστιανική πίστη ήταν ισχυρή, αν ήταν αληθινή, πώς ο Θεός επέτρεψε να συμβεί αυτή η τεράστια ήττα από το Ισλάμ; Μήπως αυτή η καταστροφή σήμαινε πως ο Θεός είχε εγκαταλείψει τους χριστιανούς και πως είχε υπό την εύνοιά του τους μουσουλμάνους; Δεν πρέπει ασφαλώς να μας διαφεύγει και το γεγονός της αργής, αλλά σταθερής ψυχικής απομάκρυνσης των πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά την απόρριψη της εικονομαχικής πολιτικής των Ισαύρων ή και κάτι απλούστερο ίσως· ότι η θρησκευτικότητα μεγάλου μέρους των χριστιανικών πληθυσμών της Μ. Ασίας δεν είχε το βάθος που είχε στα παράλια της Μικρασίας, τα νησιά και τον ελλαδικό χώρο, περιοχές που κυριαρχούσε απόλυτα το ελληνικό στοιχείο.

     Το ισλαμικό πολιτισμικό πρότυπο με τη σειρά του, έχοντας την υποστήριξη (κυρίως οικονομική) της κρατική εξουσίας, άρχισε να επιβάλλεται σταδιακά στους πληθυσμούς. Οι πιέσεις και οι απαγορεύσεις προς τουςχριστιανούς εντάθηκαν, με αποτέλεσμα τον προσηλυτισμό μεγάλου μέρους των χριστιανών στο Ισλάμ. Οι πηγές είναι αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της διαδικασίας: κατά τον 14ο ή τον 15ο αι., τουλάχιστον 27 μητροπόλεις της Μ. Ασίας έπαψαν να υφίστανται, ενώ σύμφωνα με τον τελευταίο επισκοπικό κατάλογο, μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα είχαν απομείνειμόλις 17 μητροπόλεις στη Μ. Ασία. Σύμφωνα μάλιστα με τον Σπ. Βρυώνη (ΙΕΕ, τ. Θ’) «από τις 400 και πλέον επισκοπές που υπήρχαν παλαιότερα στη Μ. Ασία, δεν είχαν επιζήσει παρά μόνο 3 κατά τον 15ο».

Στα παράλια της δυτικής Μ. Ασίας βέβαια, η παρουσία του ελληνισμού δεν έπαψε να υφίσταται, ιδιαίτερα σε περιοχές που ανθούσε το εμπόριο και γενικότερα η οικονομική δραστηριότητα. Οι Έλληνες μετανάστευαν εκεί, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν ασφάλεια για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την οικονομική τους σχέση (εξεύρεση εργασίας, διάθεση προϊόντων κ.λπ.).Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της περιοχής της Σμύρνης, η οποία ουδέποτε έπαψε να αποτελεί το σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο της Μ. Ασίας και την πύλη για τα προϊόντα της Ανατολής στη Δύση και τανάπαλιν. Η Σμύρνη, ας μην το ξεχνάμε αυτό, αποτελούσε όχι μόνο ένα σημείο στο οποίο κατέληγαν οι θαλάσσιοι δρόμοι από την Ευρώπη και την Αφρική προς την Ασία, αλλά και ο μεγαλύτερος ίσως χερσαίος δρόμος από τα βάθη της Ανατολής (Ινδίες, Κίνα) προς τη Μεσόγειο. Εκτός από τη Σμύρνη, και η Προύσα αποτελούσε αξιόλογο εμπορικό κέντρο στη Μ. Ασία, ούσα ο μεγαλύτερος χερσαίος εμπορικός σταθμός προς την Κωνσταντινούπολη.Σύμφωνα με οθωμανικά αρχεία, μεταξύ 1520 και 1535, ο χριστιανικός πληθυσμός της Μ. Ασίας ανερχόταν σε 78.783 οικογένειες (σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι Αρμένιοι κ.ά.).

     Μετά τον 15ο αιώνα, ο γηγενής ελληνικός πληθυσμός της Μ. Ασίας αυξάνεται σημαντικά με μεταναστεύσεις Ελλήνων από τα νησιά και την κυρίως Ελλάδα.Για παράδειγμα, σε οθωμανικές απογραφές των ετών 1520-1535 και 1570-1580 ο χριστιανικός πληθυσμός στην περιοχή του Αϊδινίουδιπλασιάζεται σχεδόν (από 451 οικογένειες φτάνει τις 791), κάτι που συμβαίνει και αλλού (Καρασί, Μεντεσέ κ.ο.κ.). Πολλοί μάλιστα Έλληνες ακολουθούν πλέον αντίστροφη πορεία, προχωρώντας προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας, ακολουθώντας κυρίως τους εμπορικούς δρόμους (Μαγνησία, Πέργαμος, Φιλαδέλφεια, Προποντίδα και ιδιαίτερα Βιθυνία, Προύσα, Άγκυρα, Πόντος κ.ά.). Και εδώ οι οθωμανικές απογραφές αποτελούν σημαντική πηγή και μας πληροφορούν για του λόγου το αληθές (στην Προύσα, μεταξύ των απογραφών των ετών 1520-1535 και 1570-1580, ο πληθυσμός αυξάνεται από 35.000 περίπου σε 60.000).

Η ακμή του ελληνισμού θα διαφανεί κυρίως από το τέλος του 17ου αιώνα και θα φτάσει στο αποκορύφωμά του λίγο πριν την ελληνική επανάσταση του 1821. Συγκεκριμένα το ελληνικό στοιχείο στη Μ. Ασία στα τέλη του 18ου αιώνα υπολογίζεται σε 2.000.000, συμπεριλαμβανομένων των τουρκόφωνων Ελλήνων («Καραμανλήδων») για τους οποίους ελήφθη ιδιαίτερη μέριμνα (τυπώθηκαν βιβλία στην τουρκική γλώσσα γραμμένα όπως με ελληνικούς χαρακτήρες, τα λεγόμενα καραμανλίδικα). Οι Κυδωνίες (Αϊβαλί), η Σμύρνη, η Φώκαια, το Αϊδίνιο, η Μαγνησία, η Φιλαδέλφεια, η Καππαδοκία, ο Πόντος, θα αποτελέσουν κέντρα οικονομικά και πνευματικά του ακμάζοντοςελληνισμού της Μ. Ασίας.

     Οι Έλληνες της Μ. Ασίας δεν συμμετείχαν ενεργά στις πολλές επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδος, εξαιτίας της συνοίκησης με το πολυπληθέστερο οθωμανικό στοιχείο και της έκθεσής τους στις διαθέσεις της οθωμανικής διοίκησης. Ωστόσο συνέδραμαν οικονομικά την Επανάσταση, απέστειλαν πολεμοφόδια, ενώ αρκετοί εθελοντές επάνδρωσαν τα πολεμικά σώματα των επαναστατημένων Ελλήνων. Στη Μεσσηνία είναι γνωστή η αποστολή πολεμοφοδίων που έφτασαν στις Κιτριές της Μάνης λίγο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση και η μεταφορά τους από εκεί στη μονή Μαρδακίου στην Αλαγονία. Οι Έλληνες βέβαια της Μ. Ασίας αλλά και της Πόλης υπέστησαν το πρώτο διάστημα άγριους διωγμούς από τους Οθωμανούς μόνοκαι μόνο επειδή ήταν ομοεθνείς των επαναστατών. Αλλά και οι Έλληνες που είχαν επαναστατήσει, δεν άφησαν την ευκαιρία να αντεπιτεθούν και να εκδικηθούν για τις διώξεις και τους φόνους των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Έτσι, στόλος Σαμίων με επικεφαλής τον Λυκούργο Λογοθέτη επέδραμε στα μικρασιατικά παράλια, σκορπώντας τον τρόμο στους τουρκικούς πληθυσμούς. Οι διωγμοί επαναλήφθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη από τον Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1821 με σφαγές και απαγχονισμούς πολλών Ελλήνων, που υπολογίζονται περίπου τις 2.000 ψυχές. Ανάλογου μεγέθους σφαγές πραγματοποιήθηκαν στο Κουσάντασι, στις Κυδωνίες και αλλού.

Μετά την επιτυχή έκβαση της ελληνικής επανάστασης, ο ελληνισμός επανέκαμψε στη Μ. Ασία και ως τα τέλη του 19ου αιώνα γνώρισε μια αξιόλογη πληθυσμιακή αύξηση. Η συνθήκη του Χουγκιάρ-Ισκελεσί (1833) και κυρίως το Χάτι-Σερίφ (1839) εξασφάλισαν για τους ελληνικούς πληθυσμούς ένα minimumασφαλείας, το οποίο επεκτάθηκε κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856). Ένας Άγγλος αξιωματικός, ο συνταγματάρχης Ουίλσον (1882), ανεβάζει τον αριθμό των Ελλήνων που μετακινήθηκαν την τεσσαρακονταετία 1840-1880 από τα νησιά στην περιφέρεια της Σμύρνης σε 200.000. Η εποχή αυτή διακρίνεται όχι μόνο για την εντυπωσιακή πληθυσμιακή αύξηση των Ελλήνων, αλλά και για την επίσης εντυπωσιακή άνθισητης οικονομίας (στη Σμύρνη λειτουργούσαν ελληνικές Τράπεζες, βιομηχανικές μονάδες, ενώ το εξαγωγικό εμπόριο που έφτασε να ξεπερνά και αυτό της Κωνσταντινούπολης, είχε περάσει σχεδόν εξολοκλήρου σε ελληνικά χέρια), των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Οι ελληνικές κοινότητες λειτουργούσαν κάθε είδους φιλανθρωπικό ίδρυμα, σχολεία, εξέδιδαν εφημερίδες, ενώ ο αθλητισμός κέρδιζε ολοένα και περισσότερους φίλους.

Το 1908 συνέβη ένα γεγονός που κλόνισε την ευμάρεια των Ελλήνων της Μ. Ασίας και γενικότερα των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας· πρόκειται για το κίνημα των Νεοτούρκων,οι οποίοι, μέχρι την κατάρρευση του κράτους το 1918, βρίσκονταν είτε άμεσα είτε με πλάγιο τρόπο στην εξουσία (βλ. κόμμα «Ένωση και Προοδος»).

Αρχικά παρουσίασαν ένα εκσυγχρονιστικό προφίλ, εμφανιζόμενοι ως νεωτεριστές στρατιωτικοί που επιδίωκαν τον εκδυτικισμό του τουρκικού κράτους. Στην πορεία όμως αποδείχθηκε πως αυτό αποτελούσε ένα προκάλυμμα, που σκοπό είχε πέρα από την απαλλαγή του οθωμανικού κράτους από τις δυτικές εξαρτήσεις («διομολογήσεις»), τον εκτουρκισμό όλων των μειονοτήτων της αυτοκρατορίας. Σε διαφορετική περίπτωση, υπήρχαν δύο επιλογές για τις μειονότητες: η φυγή ή η εξόντωση. Επρόκειτο δηλαδή ουσιαστικά για ένα εθνικιστικό κίνημα, πολύ πιο επικίνδυνο από τον οθωμανικό τρόπο διοίκησης του κράτους, αφούτο παραδοσιακό, σουλτανικό καθεστώς, έδειχνε πολύ μεγαλύτερη ανοχή προς τους μη μουσουλμάνους πολίτες του, αναγνωρίζοντάς τους μια διακριτή παρουσία στην οθωμανική κοινωνία. Αντίθετα οι Νεότουρκοι, ως εθνικιστές, επιζητούσαν την πλήρη ομογενοποίηση των πάσης φύσεως μειονοτήτων (εθνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών κ.λπ.), υπό την απόλυτη κηδεμονία του τουρκικού στοιχείου.

     Το ελληνικό κράτος, τουλάχιστον ως τους Βαλκανικούς πολέμους, δεν είχε ξεκάθαρη πολιτική για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας. Ασφαλώς η «Μεγάλη Ιδέα» περιελάμβανε και τους εκεί Έλληνες, αλλά ούτε και ο πιο συνεπής μεγαλοϊδεάτης θα μπορούσε να διανοηθεί πως πολύ σύντομα η Ελλάδα θα βρισκόταν προ του διλήμματος της στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Θράκη και τη Μ. Ασία ή μη.

     Την ελληνική αδράνεια για το θέμα θα διακόψουν οι επιτυχείς Βαλκανικοί πόλεμοι και ο διπλασιασμός της ελληνικής επικράτειας και του πληθυσμού. Εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι από τα Βαλκάνια θα καταφύγουν στην Ανατολή και το γεγονός αυτό θα οδηγήσει στην έκρηξη εθνικιστικού μίσους κατά των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Οι διωγμοί άρχισαν στα τέλη του 1913 από την ανατολική Θράκη και συνεχίστηκαν το 1914 στη Μ. Ασία. Υπολογίζεται πως πάνω από 150.000 Έλληνες κατέφυγαν στην Ελλάδα για να σωθούν (αρκετοί από αυτούς και στην πόλη της Καλαμάτας) και περίπου 50.000 εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Ο ξεριζωμός είχε ήδη ξεκινήσει…

Ε. Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή (1919-1922)

Οι ασφυκτικές πιέσεις που δέχτηκε ο ελληνισμός της Μ. Ασίας μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, αποτέλεσαν το έναυσμα για την ελληνική πλευρά να ασχοληθεί με την τύχη του. Η Ελλάδα του Βενιζέλου και των Βαλκανικών πολέμων δεν ήταν πια η «Ψωροκώσταινα»του παρελθόντος, αλλά φάνταζε στα μάτια των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών ως ο ισχυρός παράγοντας που θα προστάτευε τα συμφέροντά τους και θα ανέκοπτε τον τουρκικό εθνικισμό. Ο Βενιζέλος αρχικά δεν έδειξε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για στρατιωτική παρουσία στη Μ. Ασία και αρκούνταν να διαβεβαιώνει τις Μεγάλες Δυνάμεις πως στην Ελλάδα αρκούσε η ενσωμάτωση των νησιών του Αιγαίου που μόλις είχε απελευθερώσει. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Βενιζέλος αποδέχθηκε την τουρκική πρόταση για ανταλλαγή πληθυσμών (την οποία ούτως ή άλλως ήδη εφάρμοζε η τουρκική πλευρά) υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν προαιρετική. Έτσι την 1η Ιουλίου 1914 υπογράφηκε η σχετική συμφωνία η οποία προέβλεπε την εκούσια ανταλλαγή Ελλήνων του σαντζακίου της Σμύρνης με μουσουλμάνους της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Ωστόσο η είσοδος της Τουρκίας στον Α’  Παγκόσμιο πόλεμο τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ματαίωσε κάθε σχετική προσπάθεια.

Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Τουρκία, επέλεξε να ταχθεί στο πλευρό της Αντάντ, της συμμαχίας που είχαν συμπήξειαρχικά η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Εισήλθε όμως στον πόλεμο αρκετά καθυστερημένα (στις 28 Ιουνίου 1917), εξαιτίας της διένεξης των δύο Β (Βενιζέλουκαι βασιλιά Κωνσταντίνου) και του διχασμού που αυτός προκάλεσε στον ελληνικό λαό («Εθνικός Διχασμός»).

Με τη λήξη του μεγάλου πολέμου, η Ελλάδα βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών και η οθωμανική αυτοκρατορία στο στρατόπεδο των ηττημένων. Στο συνέδριο του Παρισιού που ακολούθησε (ξεκίνησε στις 5/18 Ιανουαρίου 1919 και έληξε τυπικά στις 8/21 Ιανουαρίου 1920), η πλευρά των νικητών του πολέμου επέβαλε τη θέλησή της στους ηττημένους. Στο πλαίσιο αυτού του συνεδρίου, υπογράφηκαν δύο συνθήκες ελληνικού ενδιαφέροντος· η πρώτη ήταν η συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919). Σύμφωνα με αυτήν,η Βουλγαρία παραιτήθηκε από τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της δυτικής Θράκης, η οποία αργότερα περιήλθε σε ελληνικά χέρια. Η δεύτερη συνθήκη που αφορούσε την Ελλάδα, ήταν εκείνη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920). Με βάση αυτή τη συνθήκη, η οθωμανική αυτοκρατορία έπαψε να υφίσταται και τη θέση της πήρε η Τουρκία, με σαφώς όμως περιορισμένα σύνορα. Στην Ελλάδα παραχωρήθηκε επίσημα η δυτική Θράκη και το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής, η Ίμβρος, η Τένεδος και προσωρινά η περιοχή της Σμύρνης. Ειδικά η τελευταία, θα περιερχόταν στην ελληνική επικράτεια εάν σε δημοψήφισμα που θα γινόταν μετά από πέντε χρόνια, αποφασιζόταν από τον τοπικό πληθυσμό κάτι τέτοιο. Νωρίτερα, το πρωί της 2αςΜαΐου 1919, ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη εν μέσω φρενίτιδας ενθουσιασμού από τους Έλληνες της πόλης.

Είναι χαρακτηριστικό το διάγγελμα του Έλληνα πρωθυπουργού προς τον λαό της Σμύρνης: «Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἦλθεν. Ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης νὰ καταλάβῃ τὴν Σμύρνην, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴ ντάξιν. Οἱὁμογενεῖς ἐννοοῦσιν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐλήφθη διότι ἐν τῇ συνειδήσε ιτῶν διευθυνόντων τὸ Συνέδριον εἶναι ἀποφασισμένη ἡ ἕνωσις τῆς Σμύρνης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Διατελέσας μέχρι τῶ νΒαλκανικῶν Πολέμων ὑπόδουλος ὑπὸ τὸν αὐτὸν σκληρότατον ζυγόν, ἐννοῶ ποῖα αἰσθήματα χαρᾶς θὰ πλημμυρίσουν σήμερον τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρασίας. Τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων τούτων δὲν ἐννοῶ, βεβαίως,νὰ παρεμποδίσω. Ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ἐκδήλωσις αὕτη δὲν θὰ λάβῃ οὐδένα χαρακτῆρα οὔτε ἐχθρικότητος, οὔτε ὑπεροψίας ἀπέναντι οὐδενὸς τῶν συνοίκων στοιχείων τοῦπληθυσμοῦ. Ἡ ἐκδήλωσις τῆς πλημμυρούσης χαρᾶς ἂς συνοδευθῇ τοὐναντίον μὲ ἐκδήλωσιν τῶν ἀδελφικῶν αἰσθημάτων πρὸς τοὺς συνοίκους πληθυσμούς. Ἂς δοθῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐννοήσουν, ὅτι δὲν ἑορτάζομεν τὴνκατάλυσιν ἑνὸς ζυγοῦ, διὰ νὰ ὑποκαταστήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἐπικράτησιν ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ἐλευθερία θὰ φέρῃ πρὸς ὅλους, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ θρησκεύματος, τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἐμπνέοντες εἰς πάντας τοὺς συνοίκους πληθυσμοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην, δὲν μένομεν μόνον πιστοὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐθνικήν μας ὑπόστασιν, ἀλλὰ καὶ ἐξυπηρετοῦμεν ἄριστα αὐτὰ τὰ ὑπέρτατα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἰδιαιτέρα προσοχὴ πρέπει νὰ ἐπιδειχθῇ πρὸ ςτὸ ἰταλικὸν στοιχεῖον. Ἂς μὴ παροραθῇ, ὅτι ἡ Ἰταλία συνῄνεσε μετὰ τῶν λοιπῶν συμμάχων Δυνάμεων εἰς τὴν ἑλληνικὴν κατάληψιν τῆς Σμύρνης. Γνωρίζω ὅτι ἡ ἔκκλησίς μου πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Μικρὰν Ἀσίαν δὲν γίνεται ἐπὶ ματαίῳ καὶ εὔχομαι ὅπως, ὅσον τάχιστα, δυνηθῶ νὰ ἐπισκεφθῶ αὐτήν, κομιστὴς τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἐθνικῆς δι’ αὐτὴν ἀποκαταστάσεως» (βλ. Χ. Τριανταφυλλίδης, Ἡ Μικρασιατικὴ Ἐκστρατεία καὶ τὸ Ἡμερολόγιον ἑνὸςὁπλίτου, τ. Α’, εκδ. Δωδώνη,Ἀθήνα 1984, σ. 26).

Παρά την αδιαμφισβήτητη διπλωματική επιτυχία του, στις εκλογές που ακολούθησαν στην Ελλάδα (1η Νοεμβρίου 1920), ο Βενιζέλος ηττήθηκε από την ενωμένη αντιπολίτευση και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη χώρα, ενώ σε δημοψήφισμα που έγινε λίγες ημέρες μετά (22 Νοεμβρίου 1920) επανήλθε στον θρόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

     Ο ελληνικός στρατός συνέχισε τη νικηφόρα προέλασή του το επόμενο διάστημα, φτάνοντας στα όρια των αντοχών του τον Αύγουστο του 1921 (μάχη Σαγγάριου). Εντωμεταξύ, οι συνθήκες είχαν αλλάξει στο διεθνές πεδίο·η Σοβιετική Ένωση που αντικατέστησε την τσαρική Ρωσία στήριζε με κάθε τρόπο (οικονομικό, στρατιωτικό, διπλωματικό) το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ που είχε αναπτυχθεί, η Γαλλία και η Ιταλία έκλιναν πλέον περισσότερο προς τη νέα κατάσταση, ενώ η Αγγλία που είχε απομείνει το μόνο διεθνές έρεισμα για την Ελλάδα, αρνούνταν την παροχή οποιασδήποτε μορφής βοήθειας προς τους δοκιμαζόμενους Έλληνες. Αλλά και στο εσωτερικό της χώρας τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα· η εκστρατεία είχε εξελιχθεί σε έναν πολυδάπανο πόλεμο χωρίς να διαφαίνεται κάποια λύση στον ορίζοντα, ο λαός είχε κουραστεί να έχει μακριά τα παιδιά του, ενώ η απουσία του πλέον δυναμικού κομματιού της κοινωνίας είχε αποδυναμώσει την αγροτική παραγωγή και γενικότερα την ελληνική οικονομία.Την ίδια στιγμή η τουρκική πλευρά εμφανιζόταν ιδιαίτερα ενισχυμένη και έτοιμη να ανατρέψει όσα η ελληνική είχε κατακτήσει τα τελευταία τρία χρόνια. Έτσι, η συντονισμένη τουρκική αντεπίθεση στα μέσα Αυγούστου του 1922 δεν αποτέλεσε ιδιαίτερη έκπληξη σε όσους γνώριζαν την κατάσταση που επικρατούσε. Έκπληξη αποτέλεσε η ταχύτατη κατάρρευση του μετώπου, γεγονός που καταδεικνύει το χαμηλό ηθικό που κυριαρχούσε στο ελληνικό στρατόπεδο. Μέχρι το τέλος του μήνα, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού είχε αποχωρήσει κακήν κακώς από τη μικρασιατική γη, αφήνοντας τον εκεί ελληνισμό στο έλεος των Τούρκων. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν κατά την είσοδο του τουρκικού στρατού στις πόλεις όπου αποχωρούσε ο ελληνικός, ήταν απερίγραπτες: φόνοι, εκτοπίσεις, βιασμοί, εξευτελισμοί κάθε είδους…

     Το πρωί του Σαββάτου της 27ης Αυγούστου, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες στη Σμύρνη. Επικράτησε πανικός στο ελληνικό και το αρμενικό στοιχείο, που γνώριζαν καλά τι τους περίμενε.

Αποκορύφωμα των σφαγών του μικρασιατικού ελληνισμού υπήρξε αναμφίβολα ο μαρτυρικός θάνατος του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου. Ο Χρυσόστομος είχε κατ’ επανάληψη αρνηθεί να διαφύγει από τη Σμύρνη, επιλέγοντας ενσυνείδητα να συγκακοπαθήσει με το ποίμνιό του και να συμμαρτυρήσει μαζί με αυτό. Το βράδυ της 27ης Αυγούστου, κλήθηκε από τον νέο διοικητή της πόλης Νουρεντίν πασά μαζί με δύο δημογέροντες, τον Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου και τον Γεώργιο Κλιμάνογλου. Έπειτα από σύντομη συνομιλία μεταξύ τους, ο Χρυσόστομος μαζί με τους δύο συνεργάτες του προσπάθησαν να αποχωρήσουν από το Διοικητήριο. Εκείνη τη στιγμή ο Νουρεντίν από το παράθυρο του κτηρίου προέτρεψε τον συγκεντρωμένο όχλο να «δικάσει» τον Χρυσόστομο με τη προτροπή «αν σας έκανε καλό, κάντε του καλό, αν σας έκανε κακό, κάντε του κακό». Πρώτα, σύμφωνα με αυτόπτες, μαρτύρησαν οι δύο δημογέροντες. Ο όχλος ύστερα από άγριο ξυλοδαρμό και ποικιλώνυμα βασανιστήρια τον κατακρεούργησε, πετώντας το άψυχο κορμί του βορά στα σκυλιά του τουρκομαχαλά της Σμύρνης.

Σε μια συγκλονιστική του ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών στις 14 Δεκεμβρίου 1982, επί τη συμπληρώσει 60 χρόνων από τη μικρασιατική καταστροφή, ο ακαδημαϊκός Γ. Μυλωνάς ανέφερε μεταξύ άλλων και την προσωπική του μαρτυρία για το θέμα, μιας και ο ίδιος είχε ζήσει εκείνα τα τραγικά συμβάντα: «Θα μου επιτρέψετε να τελειώσω την ομιλία μου με μία προσωπική μαρτυρία, που για πρώτη φορά εξομολογούμαι.

Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μια ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδινές ώρες φύλακες μ’ επικεφαλής Τουρκοκρήταπαρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. “Είσαι δάσκαλος;” με ρωτά. “Αυτήν την τιμή είχα” του απαντώ. “Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;” – “Ναί”, του λέγω. “Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ”. – “Ελάτε μαζί μου έξω”, λέγω στους συντρόφους μου. “Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος”. Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει: “Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρισαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος”. Και συνέχισε: “Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του ’βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.

Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;” – “Ναι, ξέρω” του απήντησα. “Έλεγε: Πάτερ Ἅγιε, ἄφεςαὐτοῖς, οὐγὰροἴδασιτὶποιοῦσι”. – “Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του  χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυo χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή”. “Και πού τον έθαψαν;” ρώτησα με αγωνία. “Κανείς δεν ξέρει πού έριξαν το κομματιασμένο του κορμί”». 

Τη νύχτα της Τρίτης 30 προς Τετάρτη 31 Αυγούστου, οι Τούρκοι έβαλαν οργανωμένα φωτιά κατακαίοντας την αρμενική συνοικία, η οποία επεκτάθηκε και στην ελληνική. Μέσα σε λίγες ώρες, μόνο η τουρκική συνοικία που είχε μείνει απείραχτη από την πυρκαγιά θύμιζε την παλιά Σμύρνη. Το πλήθος των Ελλήνων προσφύγων συνέρρευσε στην προκυμαία της πόλης (υπολογίζεται σε 300.000) για να γλιτώσει. Πολλοί μάλιστα στον πανικό τους έπεφταν στη θάλασσα και πνίγονταν, με αποτέλεσμα το λιμάνι να έχει γεμίσει από πτώματα που επέπλεαν για μέρες. Η φωτιά εν τέλει κατέκαψε έκταση περίπου 4.000.000 τ.μ., στην οποία βρίσκονταν γύρω στις 55.000 οικίες (43.000 ελληνικής ιδιοκτησίας, 10.000 αρμενικής και 2.000 διαφόρων εθνικοτήτων).

Ύστερα από την πυρπόληση της Σμύρνης, οι Τούρκοι άρχισαν να συλλαμβάνουν όλους τους άνδρες ηλικίας 18-45 ετών (10.000 περίπου) τους οποίους συγκέντρωσαν στους στρατώνες της Σμύρνης και στη συνέχεια, σύμφωνα με μαρτυρίες, εξόντωσαν.

Μετά τη λήξη του τελεσιγράφου για την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού από τη Σμύρνη (17 Σεπτεμβρίου), πάνω από 150.000 Μικρασιάτες οδηγήθηκαν στο εσωτερικό της χώρας, και απ’ αυτούς λίγοι τελικά κατόρθωσαν να επιζήσουν και να μεταφερθούν στη συνέχεια στην Ελλάδα.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου (25/9) υπογράφηκε η ανακωχή των Μουδανιών, σύμφωνα με την οποία η κατησχυμένη Ελλάδα παραχωρούσε την ανατολική Θράκη στην Τουρκία και προσέθετε 250.000 πρόσφυγες στους ήδη υπάρχοντες.

Μόλις άρχισαν να φτάνουν στην Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα οι πρώτες περιγραφές για το τι είχε συμβεί στη Μικρά Ασία, η κοινή γνώμη επαναστάτησε, ζητώντας «τὴνκεφαλὴνἐπὶ πίνακι» των υπευθύνων για την πρωτοφανή εθνική καταστροφή. Αρχικά έγινε προσπάθεια να ελεγχθεί η κατάσταση, ωστόσο οι αντιδράσεις ήταν τέτοιες, που κανείς δεν φαινόταν να μπορεί να τις καταπραΰνει.

Στις 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου ανέλαβε νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Τριανταφυλλάκο, η οποία ανέλαβε το βαρύ φορτίο της διεκπεραίωσης των συνεπειών της καταστροφής. Η νέα κυβέρνηση έπρεπε μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής καχεξίας να διαχειριστεί άμεσα την περίθαλψη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, το καταρρακωμένο ηθικό του στρατεύματος που είχε φτάσει σχεδόν διαλυμένο στα νησιά, αλλά και τις τουρκικές απαιτήσεις για την ανατολική Θράκη.

Την ίδια στιγμή, τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού που βρίσκονταν στη Χίο και τη Λέσβο επαναστάτησαν, και με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Στυλιανό Γονατά, έναν μετριοπαθή βασιλόφρονα αξιωματικό και τον επίσης συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα(τον «Μαύρο Καβαλάρη»), απαιτούσαν την παραίτηση του βασιλιά και του καθεστώτος του και δήλωναν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν αμαχητί την παραχώρηση της ανατολικής Θράκης στους Τούρκους.Το γεγονός κινητοποίησε και απόστρατους αξιωματικούς που βρίσκονταν στην Αθήνα, οι οποίοι, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Θεόδωρο Πάγκαλο, προέβησαν σε συλλήψεις επιφανών βασιλοφρόνων πολιτικών και στρατιωτικών (Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Ξενοφών Στρατηγός κ.ά.).

Οι επαναστάτες έφτασαν στο Λαύριο και από εκεί κατευθύνθηκαν στην Αθήνα στις 13/26 Σεπτεμβρίου. Όταν οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ βασιλιά και επαναστατών έπεσαν στο κενό, ο Κωνσταντίνος δεν είχε άλλη επιλογή από το να παραιτηθεί από τον θρόνο υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου (Β’) και να αποχωρήσει το συντομότερο με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του (27 Σεπτεμβρίου). Παράλληλα, οι επαναστάτες μία ημέρα μετά, διόρισαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο αντιπρόσωπο της χώρας στο εξωτερικό.

Στις 15/28 του ίδιου μήνα, στρατιωτικές επαναστατικές μονάδες έφτασαν στην Αθήνα, τη στιγμή που το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν: «Θάνατος στους προδότες». Το σύνθημα γρήγορα έγινε προαπαιτούμενο για τον κατευνασμό των παθών στην Ελλάδα και της συσσωρευμένης οργής, ιδίως στο στράτευμα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε έκτακτο στρατοδικείο στις 12/25 Οκτωβρίου. Επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής διορίστηκε ο Θεόδωρος Πάγκαλος, διαπρύσιος κήρυκας της εσχάτης των ποινών, γεγονός που μαρτυρούσε την απόφαση των κινηματιών για επιβολή της θανατικής ποινής στους θεωρούμενους υπαιτίους της καταστροφής. Η επιτροπή κατέληξε, ζητώντας την παραπομπή στο στρατοδικείο των εξής οκτώ πολιτικών και στρατιωτικών προσώπων: Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Γ. Μπαλτατζής, Ξ. Στρατηγός, Μ. Γούδας, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης και Γ. Χατζηανέστης, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος. Η δίκη ξεκίνησε στις 31 Οκτωβρίου/13 Νοεμβρίου και μέχρι τις 15/28 Νοεμβρίου είχε ολοκληρώσει τις εργασίες της.Η ετυμηγορία ήταν η αναμενόμενη∙ το στρατοδικείο έκρινε ένοχους τους κατηγορουμένους, καταδικάζοντας παμψηφεί τους έξι από τους κατηγορουμένους σε θάνατο (Γούναρη, Στράτο, Πρωτοπαπαδάκη, Χατζηανέστη, Μπαλτατζή και Θεοτόκη) και σε ισόβια δεσμά τους άλλους δύο (Γούδα και Στρατηγό). Για να αποφύγουν οι κινηματίες τις ασφυκτικές πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, την επομένη (15/28 Νοεμβρίου) το πρωί η απόφαση εκτελέστηκε, και με αυτόν τον αιματηρό τρόπο, επήλθε η πολυπόθητη κάθαρση.

Ο διπλωματικός επίλογος της τραγωδίας του μικρασιατικού ελληνισμού γράφτηκε στη Λωζάννη στις 24 Ιουλίου 1923. Εκεί, η Ελλάδα αποδέχθηκε τη μοίρα του ηττημένου. Πρόκειται για τη συμφωνία που ουσιαστικά διαμόρφωσε τα σύνορα της σημερινής Ελλάδας και Τουρκίας, με τραγικά θύματα τους πρόσφυγες που θυσιάστηκαν στα συμφέροντα των δύο χωρών.

     Η μικρασιατική καταστροφή οδήγησε εν τέλει στην εξόντωση ή την προσφυγοποίηση γηγενών ελληνικών πληθυσμών που υπολογίζονται σε πάνω από 1.000.000 κατοίκους. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη καταστροφή του ελληνισμού μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, με ανυπολόγιστες συνέπειες. Με αυτόν τον τρόπο έσβησε η μακραίωνη ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία και μαζί της το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας.

ΣΤ. Οι πρόσφυγες στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1924, 1.220.000 Έλληνες και 45.000 Αρμένιοι από τη Μ. Ασία και την ανατολική Θράκη που γλίτωσαν από τις ομαδικές σφαγές των Τούρκων, κατέφυγαν στην Ελλάδα. Αντίστοιχα 518.146 μουσουλμάνοι μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και 92.000 Βούλγαροι στην πατρίδα τους.

     Το σοκ για την ελληνικήκοινωνία ήταν φοβερό· σε μια μικρή χώρα 5.000.000 περίπου κατοίκων, προστέθηκε άλλο έναμέσα σε συντομότατο διάστημα, τσακισμένο, διωγμένο, κυρίως γυναικόπαιδα, συχνά μόνο με τα ρούχα που φορούσαν!

Δεν υπήρξε διαθέσιμος χώρος που να μην αξιοποιήθηκε για να στεγάσει (προσωρινά στην αρχή, αλλά όπως συνήθως συμβαίνει, η προσωρινή εγκατάσταση εξελίχθηκε τις περισσότερες φορές σε μακροχρόνια) τις ανάγκες των προσφύγων: ναοί, θέατρα, αποθήκες, εγκαταλειμμένα κτήρια…Ένα κράτος ουσιαστικάχωρίς κυβέρνηση, χωρίς στρατό, με κατεστραμμένη οικονομία, με μια κοινωνία σε αναβρασμό, ένα κράτος δηλαδήσε πλήρη διάλυση!

Επειδή όμως «ἀνάγκᾳ δ᾿ οὐδὲθεοὶ μάχονται»(Σιμωνίδης 139), ύστερα από το πρώτο διάστημαπου στην κυριολεξία επικράτησε χαοτική κατάσταση, η επαναστατική κυβέρνηση που προέκυψε μετά την καταστροφή διαχειρίστηκεμε τη βοήθεια διεθνών οργανισμών το πρόβλημα με τρόπο ικανοποιητικό αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθός του.

     Οργανώθηκαν σιγά σιγά καταυλισμοί για τους πρόσφυγες, έγινε ο διαμοιρασμός τους σε διάφορα μέρη της χώρας (κατευθύνθηκαν κυρίως στις ευαίσθητες εθνικά περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης και σε νησιά του Αιγαίου), έγινε προσπάθεια για την προμήθεια των στοιχειωδών παροχών προς τους πρόσφυγες (τροφή, διαμονή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη)και ξεκίνησε δειλά δειλά η εξεύρεση εργασίας από τους πρόσφυγες.Παράλληλα επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες των απαλλοτριώσεων γης και μαζί με τις μουσουλμανικές περιουσίες που ήταν στη διάθεση του κράτους, άρχισε η μονιμότερη (αγροτική) αποκατάσταση και το κτίσιμο κατοικιών στις παρυφές συνήθως των μεγάλων πόλεων (αστική αποκατάσταση). Η σημερινή όψη του λεκανοπεδίου της Αττικής για παράδειγμα, αποτελεί απότοκο των διαδικασιών εγκατάστασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου (βλ. Βύρωνας, Καισαριανή, Νέα Σμύρνη, Νέα Φιλαδέλφεια, Κοκκινιά κ.ά.).

     Για πολλά χρόνια οι προσφυγικές γειτονιές ήταν συνώνυμες της αθλιότητας, της υποβάθμισης και της απόλυτης ανέχειας.

     Οι πρόσφυγες βέβαια, μαζί με τα προβλήματα που αναπόφευκτα κουβάλησαν με τον ερχομό τους, έφερανκαι έναν πολιτισμό αιώνων, διαφορετικό σε πολλές πτυχές του από τον ελλαδικό· μια κουζίνακαινούργια για τα ελλαδικά δεδομένα, μια μουσική πιο κοντά στην ανατολή απ’ ό,τι στη δύση, συνήθειες που καθιστούσαν τις γυναίκες ιδιαίτερα ευάλωτες σε κατηγορίες περί πλημμελούς ηθικής (συχνή καθαριότητα, πιο προσεγμένο ντύσιμο κ.ο.κ.), ιδιάζουσα γλωσσική διάλεκτος ή και τουρκοφωνία («καραμανλήδικα») συχνά ακατανόητες για τους γηγενείς.

Μετά το πρώτο διάστημα όπου οι διαφορές φάνταζαν περισσότερες από τα κοινά στοιχεία, οι επαφές άρχισαν να γίνονται συχνότερες (στα σχολεία, τις εκκλησίες, τους χώρους εργασίας και αλλού) και όσες αντιθέσειςυπήρχαν, αμβλύνθηκαν. Προφανώς η κοινή εθνική καταγωγή και θρησκευτική πίστη έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην προώθηση των σχέσεων γηγενών και προσφύγων. Έπρεπε ωστόσο να περάσει η δύσκολη δεκαετία του ’40 (ελληνοϊταλικόςπόλεμος, κατοχή, εμφύλιος) για να πάψει οριστικά η λέξη «πρόσφυγας» να θεωρείται υποτιμητική και να εξαλειφθούν και οι τελευταίες αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Ζ. Οι πρόσφυγες στη Μεσσηνία

Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή των προσφύγων που διενεργήθηκε τον Απρίλιο του 1923 (βλ. ὙπουργεῖονὙγιεινῆς, Προνοίας καὶἈντιλήψεως-ΤμῆμαΣτατιστικῆς, Ἀπογραφὴ Προσφύγων ἐνεργηθεῖσακατ’ Ἀπρίλιον 1923, ἘθνικὸνΤυπογραφεῖον, ἐνἈθήναις 1923), στην Καλαμάτα και γενικότερα στη Μεσσηνία έφτασαν αναλογικά λίγοι πρόσφυγες (9.323), οι οποίοι κατευθύνθηκαν στις μεγάλες πόλεις και κωμοπόλεις του νομού. Ο μεγαλύτερος όγκος –όπως ήταν φυσικό–εγκαταστάθηκε στην Καλαμάτα(περισσότεροι από 4.000, δηλαδή ποσοστό 12,4%), και αισθητά λιγότεροι στις επαρχίες Μεσσήνης (1.756), Τριφυλίας (2.228) καιΠυλίας (805).

Η προέλευση των προσφύγων που κατέληξαν στην Καλαμάτα και τη Μεσσήνη–όπως αποτυπώνεται στο έργο των Αναστ. Μηλίτση-Νίκα και Χριστ. Θεοφιλοπούλου-Στεφανούρη «Προσφυγικοί συνοικισμοί Καλαμάτας και Μεσσήνης από το αρχείο Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας Μεσσηνίας» (β’ έκδοση, εκδ. ΓΑΚ Μεσσηνίας, Καλαμάτα 2009, σ. 31-33)–ήταν κατά κύριο λόγο από τη Μυσία (582) και τη Βιθυνία (553) της βορειοδυτικής Μ. Ασίαςκαι την ανατολική Θράκη (407). Αρκετοί προέρχονταν από την Αιολίδα (283) και την Ιωνία (167) της δυτικής Μ. Ασίας, και λιγότεροι από άλλες περιοχές.

     Στην Καλαμάτα οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Κορδία(69 κατοικίες)και Αναλήψεως (150 κατοικίες) στη δυτική παραλιακή ζώνη της πόλης,Νικηταρά (62κατοικίες) στην ανατολική παραλιακή ζώνη,     Αβραμιούή Ράχης (68 κατοικίες), Φυτειάς (50κατοικίες), Αγ. Τριάδος (90κατοικίες), Πλεύνας (73κατοικίες) και «Νησάκι» (22 κατοικίες) εντός του αστικού ιστού. Στη Μεσσήνη οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Παλαιάς Βρύσης (52 οικήματα).

Την κύρια ευθύνη για την εγκατάσταση των προσφυγικών πληθυσμών στη Μεσσηνία ανέλαβε η Νομαρχία, η οποία τηρούσε και τα ανάλογα αρχεία. Δυστυχώς ο μεγάλος σεισμός του 1986 κατέστρεψε μαζί με ένα μεγάλο μέρος της πόλης και τα αρχεία της Νομαρχίας που αφορούσαν τους πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να στερούμαστε σήμερα πολύτιμων πληροφοριών για τους Έλληνες της μικρασιατικής γης και της ανατολικής Θράκης που εγκαταστάθηκαν στη Μεσσηνία. Ευτυχώς, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους-Αρχεία Μεσσηνίας που στεγάζονται στην Καλαμάτα, έχει σωθεί σημαντικό υλικό από εκείνη την περίοδο και η προϊσταμένη τους κ. Μηλίτση-Νίκα έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκδίδοντας σημαντικά έργα και προβάλλοντας την παρουσία των προσφυγικών πληθυσμών στη Μεσσηνία.

Η. Επιλογικά

Οι πρόσφυγες του 1922,αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν πως δεν υπήρχε πια κανένα περιθώριο επιστροφής στις πατρογονικές τους εστίες, ρίχτηκαν αρχικά στον αγώνα της επιβίωσης και σταδιακά της βελτίωσης των συνθηκών της ζωής τους, προοδεύοντας στη νέα τουςπατρίδα· έχτισαν σπίτια, μόρφωσαν τα παιδιά τους, συνεισέφεραν στην κοινή πατρίδα το δικό τους, σημαντικό μερίδιο.

Οι απόγονοι εκείνων των προσφύγων, δεν ξεχνούνούτε σήμερατις εστίες των προγόνων τους και τον πολιτισμό τους και μέσα από πολιτιστικούς συλλόγους και μια έντονη διάθεση για εξωστρέφεια, προβάλλουν παντού τον πολιτισμό του ελληνισμού της Ανατολής. Το σπουδαιότερο μάθημα που πήραν απ’ αυτούς, είναι πως με σκληρή δουλειά, μπορεί κανείς να χτίσει ένα λαμπρό μέλλον για τον ίδιο, την οικογένεια και την πατρίδα του.

Είναι χαρακτηριστικήμάλιστα και ταυτόχρονα ιδιαίτερα διδακτική μια ιστορία που σώζεται σε μας απόέναν Πέρση μουσουλμάνο, τονΡουμί(Djalahal-DinRumi), ιδρυτή σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση του τάγματος των Μεβλεβήδων(Mevlevî)σχετικά με τους Τούρκους και τους Έλληνες. Γράφει ο Ρουμί:«Είναιπασίγνωστη η ιστορία κατά την οποία μια μέρα ο σεΐχης Σαλαδίνος (Salhal-Din) είχε καλέσει Τούρκους εργάτες για να χτίσουν γύρω από τον κήπο του τείχη: ΕφέντηΣαλαδίνε, είπε ο Διδάσκαλος (Ρουμί), γι’ αυτό το έργο πρέπει να καλέσεις Έλληνες εργάτες. Αντίθετα, για το γκρέμισμά του χρειάζονται Τούρκοι εργάτες. Γιατί για την οικοδόμηση του κόσμου ειδικοί είναι οι Έλληνες και για το γκρέμισμά του οι Τούρκοι»…